Σημεία από την τοποθέτηση του Γραμματέα της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Διονύση Καλαματιανού, στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, στη συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο

Η συζήτηση για το σύστημα εισαγωγής στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι διαδικαστική. Αντίθετα, είναι μια πολύ σοβαρή πολιτική συζήτηση που αφορά το παρόν και το μέλλον, όχι μόνο της εκπαίδευσης αλλά συνολικά της χώρας μας. Είναι μια συζήτηση αξιών που αφορά τη νέα γενιά, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς, το δημόσιο σχολείο.

Ένα δημόσιο σχολείο που αντιμετωπίζει σήμερα πολλαπλά προβλήματα: ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, μαζικές συγχωνεύσεις τμημάτων, σχολικές τάξεις ακόμη και των τριάντα μαθητών, έλλειψη πόρων, ζητήματα στέγασης και μετακίνησης εκπαιδευτικών, προβληματικές σχολικές εγκαταστάσεις και υποδομές, έξαρση ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού. Την ίδια στιγμή, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, η Ειδική Αγωγή στηρίζεται σε αναπληρωτές που αλλάζουν θέση κάθε χρόνο και οι ανάγκες για παράλληλη στήριξη μαθητριών και μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες εξακολουθούν να είναι πολύ μεγάλες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα και υπό αυτές τις συνθήκες συζητάμε για το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παρουσιάζεται από την κυβέρνηση το λεγόμενο «Εθνικό Απολυτήριο» σαν μεταρρύθμιση και αναβάθμιση του Λυκείου. Βεβαίως, για να τοποθετηθούμε επί αυτής της πρότασης, θα πρέπει να έχουμε την ίδια την πρόταση. Θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρο το κυβερνητικό σχέδιο. Από αυτά που έχουμε διαβάσει μέχρι στιγμής, προκύπτει ότι αυτό που σχεδιάζει η κυβέρνηση δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας πραγματικής, προωθητικής και δημιουργικής μεταρρύθμισης που έχει ανάγκη η εκπαίδευση.

Εμείς λέμε ξεκάθαρα ότι θέλουμε το Λύκειο να γίνει ένας χώρος πραγματικής μόρφωσης και εκπαίδευσης, και να μην μετατραπεί σε ένα συνεχές εξεταστικό κέντρο. Δεν θέλουμε οι μαθήτριες και οι μαθητές να ζουν διαρκώς δύο ή τρία χρόνια με τη μόνιμη αγωνία της βαθμολογίας, με τον φόβο της αποτυχίας και της απόρριψης. Δεν θέλουμε να αυξηθεί κι άλλο η ψυχολογική πίεση στα παιδιά και στις οικογένειές τους. Δεν θέλουμε ένα σύστημα εισαγωγής που θα σπρώχνει τα παιδιά από πιο νωρίς σε ακόμη περισσότερα φροντιστήρια, από τη Β’ και την Α’ Λυκείου – αν όχι από το Γυμνάσιο.

Εάν θεσπιστεί ένα σύστημα συνεχών εξετάσεων, ουσιαστικά αυτό θα οδηγήσει σε ακόμη περισσότερα φροντιστήρια. Για τις οικογένειες, βεβαίως, που έχουν τη δυνατότητα. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Σημαίνει ότι τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών, των αγροτικών περιοχών, των απομακρυσμένων νησιών, θα ξεκινούν την προσπάθειά τους από μειονεκτική θέση. Σημαίνει διεύρυνση των κοινωνικών και εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Προκύπτουν, λοιπόν, σημαντικά ζητήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς μπορούμε να μιλάμε για ίσους όρους μεταξύ των διαγωνιζομένων μαθητριών και μαθητών, όταν υπάρχουν σε σχολειά σε ολόκληρη τη Χώρα σοβαρότατες ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς; Πώς θα διαγωνιστούν με τους ίδιους όρους τα παιδιά αυτών των σχολείων με τα παιδιά σχολείων που έχουν πλήρη στελέχωση; Πού ακριβώς βρίσκεται η ισότητα και η αξιοκρατία;

Και δεν είναι μόνο η έλλειψη εκπαιδευτικών. Είναι και οι υποδομές. Σχολικά κτήρια σε κακή κατάσταση, χωρίς συντήρηση, χωρίς σύγχρονο εξοπλισμό, χωρίς εργαστήρια. Πώς θα συμμετέχουν ισότιμα στις εξετάσεις της Α’, της Β’ και της Γ’ Λυκείου οι μαθητές αυτών των σχολείων; Πώς μπορεί κάποιος να μιλά για εθνικό απολυτήριο, όταν δεν έχουν εξασφαλιστεί ούτε οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις ενός πραγματικά ποιοτικού δημόσιου σχολείου για όλα τα παιδιά;

Εάν δεν επιλυθούν όλα αυτά, τότε μάλλον θα διευρυνθούν περαιτέρω οι κοινωνικές, εκπαιδευτικές και οικονομικές ανισότητες.

Επειδή, λοιπόν, πολλά ακούγονται, θα θέλαμε να διευκρινιστεί με ξεκάθαρο τρόπο: ποιο είναι το σχέδιο της κυβέρνησης; Θα καταργηθούν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις ή θα επεκταθούν σε τρία συνεχόμενα χρόνια, στην Α’, τη Β’ και τη Γ’ Λυκείου; Θα υπάρχει Τράπεζα Θεμάτων; Θα παραμείνει η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ή κάποιος αντίστοιχος «κόφτης» που θα αποκλείει παιδιά από την τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Αν αυτό είναι το σχέδιο, τότε είναι απολύτως σαφές ότι θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τα φροντιστήρια, με περισσότερα μαθήματα και για περισσότερα χρόνια, με τεράστιο κόστος για τις οικογένειες.

Παράλληλα, διαβάζουμε για ειδικούς αξιολογητές που θα διορθώνουν τα γραπτά των εξετάσεων για την απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου. Αναρωτιόμαστε: πώς θα διασφαλιστεί η επάρκεια αυτών των αξιολογητών; Και γιατί μέχρι σήμερα δεν χρειάζονται ειδικοί αξιολογητές στις πανελλαδικές εξετάσεις;

Επιπλέον, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί: τι θα ισχύει με τα παιδιά που δεν θα τα καταφέρουν; Θα έχουν δεύτερη ευκαιρία ή θα αναγκάζονται να επαναλαμβάνουν την τάξη; Τέλος, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει η κυβέρνηση το τι σκοπεύει να κάνει με το Διεθνές Απολυτήριο. Θα αφορά μόνο τα ιδιωτικά σχολεία ή και δημόσια; Οι κάτοχοι του Διεθνούς Απολυτηρίου θα μπαίνουν χωρίς εξετάσεις στα πανεπιστήμια ενώ τα υπόλοιπα παιδιά θα διαγωνίζονται μεταξύ τους; Με ποιόν τρόπο κάτι τέτοιο διασφαλίζει την ισοτιμία μεταξύ των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση;

Όλα αυτά τα αναφέρουμε γιατί αντίστοιχα συστήματα, όσες φορές επιχειρήθηκε στο παρελθόν να εφαρμοστούν, δεν είχαν κοινωνική αποδοχή με αποτέλεσμα να  καταργηθούν στην πράξη.

Εμείς, έχουμε μια διαφορετική αντίληψη. Θέλουμε ένα σχολείο και μια δημόσια εκπαίδευση που να αντιμετωπίζει τις εκπαιδευτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Θέλουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να προάγει τη γνώση, την κριτική σκέψη και την πνευματική καλλιέργεια. Που να προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική κινητικότητα. Που να κατοχυρώνει την ισότητα και να επιβραβεύει πραγματικά την αξιοκρατία. Που να ανοίγει δρόμους στις νέες και τους νέους μας στη δημόσια εκπαίδευση, και όχι να τους κλείνει από τα δεκαπέντε τους χρόνια. Θέλουμε ένα σύστημα αξιόπιστο και αδιάβλητο, βασισμένο στις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις.

Στην κατεύθυνση αυτή, μιλάμε για δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, με κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων όπως αυτές διεξάγονται σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι όσοι μπορούν και θέλουν να σπουδάσουν, πρέπει να έχουν αυτή τη δυνατότητα, σε κάθε φάση της ζωής τους. Ασφαλώς, εξαίρεση μπορούν να αποτελούν τα τμήματα υψηλής ζήτησης, εκεί όπου οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από τις διαθέσιμες θέσεις. Για την εισαγωγή σε αυτά τα τμήματα, χρειάζονται να θεσπιστούν αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια.

Οδηγός μας για το νέο σύστημα εισαγωγής δεν πρέπει να είναι το «πώς θα εισαχθεί ένα παιδί κάπου» αλλά το «τι πραγματικά θέλει να σπουδάσει» με βάση τα ενδιαφέροντα, τις κλίσεις και τα όνειρά του.

Η παιδεία δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς. Χρειάζεται σχέδιο επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Χρειάζεται έναν πραγματικό διάλογο και κοινωνική ευαισθησία. Εμείς θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε ένα δημόσιο, δημοκρατικό και συμπεριληπτικό σχολείο. Με ένα σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που δεν θα αποκλείει, αλλά θα δίνει ελπίδα, προοπτική και δυνατότητες σε όλα τα παιδιά. Ένα σύγχρονο σύστημα εισαγωγής, που θα αντιμετωπίζει ισότιμα τις μαθήτριες και τους μαθητές και δεν θα τους εξουθενώνει. Που θα διατηρεί τον παιδαγωγικό χαρακτήρα του Λυκείου και θα ενισχύει τον ρόλο των εκπαιδευτικών. Αυτό είναι το χρέος μας και θα συνεχίσουμε να το υπηρετούμε.