Άρθρο της Ράνιας Σβίγκου, υπεύθυνης στην Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία για τον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στην εφημερίδα Documento
«Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου», τονίζει η Ράνια Σβίγκου, υπεύθυνη στην Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία για τον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, σε άρθρο της στην εφημερίδα Documento.
Όπως επισημαίνει, ο Ντόναλντ Τράμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα είναι «πρόεδρος της ειρήνης», όμως «μέσα σε έναν χρόνο οι ΗΠΑ έχουν βομβαρδίσει τέσσερις χώρες» και τώρα «βομβαρδίζουν για δεύτερη φορά το Ιράν, με δηλωμένο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος».
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τον αυταρχικό και καταπιεστικό χαρακτήρα του ιρανικού καθεστώτος», σημειώνει, προσθέτοντας ότι «η δημοκρατία δεν εξάγεται με πυραύλους, ούτε επιβάλλεται με όπλα» και ότι «οι λαοί έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίζουν για το μέλλον τους, χωρίς ξένες επεμβάσεις».
Για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνει ότι «η ΕΕ αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά κατώτερη των περιστάσεων», ενώ «η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, με φωτεινή εξαίρεση τον Σάντσεθ, αδυνατεί να εναντιωθεί αποφασιστικά στον πόλεμο».
Αναφερόμενη στην ελληνική κυβέρνηση, σημειώνει ότι έχει επιλέξει «την πρόσδεση στο άρμα Τραμπ–Νετανιάχου, ενώ το δόγμα του “πιστού συμμάχου” μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε παρακολούθημα τρίτων».
Τονίζει ότι «η χώρα μας ορθώς ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Κύπρου για αμυντική συνδρομή», υπογραμμίζοντας ότι «είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα η αντίθεση σε εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο». Σημειώνει ότι, «είναι αναγκαία μια ρητή δέσμευση από τον πρωθυπουργό, ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν η Σούδα και οι άλλες στρατιωτικές βάσεις για πολεμικές επιχειρήσεις, όπως και η επανεξέταση της αποστολής Πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία με Έλληνες στρατιωτικούς».
Όπως υπογραμμίζει, «η ασφάλεια της χώρας συνδέεται άρρηκτα με την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και την προώθηση της ειρήνης» και «η Ελλάδα οφείλει να είναι σταθερά φωνή υπέρ της διπλωματίας και της αποκλιμάκωσης».
Καταλήγοντας, η Ράνια Σβίγκου τονίζει την ανάγκη «συγκρότησης ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος» και ενός διεθνούς προοδευτικού μετώπου, «με τις φωνές εκείνες, από την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, που αντιτάσσονται στον πόλεμο», επισημαίνοντας ότι «δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε μια παρανομία με μια άλλη».
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο:
Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Πρόκειται για άλλη μια στρατιωτική επέμβαση χωρίς καμία βάση νομιμοποίησης, με πρωταγωνιστές τον Μ. Νετανιάχου και τον Ν. Τραμπ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα είναι «πρόεδρος της ειρήνης». Αντί γι’ αυτό, μέσα σε έναν χρόνο, οι ΗΠΑ έχουν βομβαρδίσει 4 χώρες, έχουν επιτεθεί σε πλοία στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό, και τώρα βομβαρδίζουν για δεύτερη φορά το Ιράν, με δηλωμένο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τον αυταρχικό και καταπιεστικό χαρακτήρα του ιρανικού καθεστώτος. Όμως, η δημοκρατία δεν εξάγεται με πυραύλους, ούτε επιβάλλεται με όπλα, όπως έχει αποδειχτεί. Οι λαοί έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίζουν για το μέλλον τους, χωρίς ξένες επεμβάσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι, λίγες μέρες πριν την επέμβαση συγκροτήθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ το «Συμβούλιο Ειρήνης», με την ιδέα να λειτουργεί παρακάμπτοντας τον ΟΗΕ. Μια τέτοια εξέλιξη συνιστά υποκατάσταση των πολυμερών θεσμών από ένα άτυπο διευθυντήριο ισχυρών, κάτι που θα αποτελέσει άλλο ένα βαρύ πλήγμα εναντίον του διεθνούς δικαίου.
Η ΕΕ αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, κατώτερη των περιστάσεων. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, με φωτεινή εξαίρεση τον Σάντσεθ, αδυνατεί να εναντιωθεί αποφασιστικά στον πόλεμο και την παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, ενώ η ευρωπαϊκή Αριστερά δεν μπορεί από μόνη της να επηρεάσει δυναμικά τις εξελίξεις. Η συζήτηση περί στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ –που είχε ανοίξει με αφορμή τη Γροιλανδία– εγκαταλείπεται, και η ηγεσία της παραμένει θλιβερά απούσα από το διπλωματικό πεδίο.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη, εγκαταλείποντας την πολυδιάστατη και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, έχει επιλέξει την πρόσδεση στο άρμα Τραμπ–Νετανιάχου. Το δόγμα του «πιστού συμμάχου» μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε παρακολούθημα τρίτων. Η σιωπή του πρωθυπουργού απέναντι σε παράνομες ενέργειες, που φτάνει στη συνενοχή, όπως στην περίπτωση της Γενοκτονίας στη Γάζα, θεμελιώνεται στην, επικίνδυνη λογική του «δικαίου του ισχυρού».
Η χώρα μας ορθώς ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Κύπρου για αμυντική συνδρομή. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει η Μεγάλη Βρετανία να δώσει εξηγήσεις για τους χειρισμούς της στο θέμα των βάσεων. Από εκεί και πέρα, είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα η αντίθεση σε εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο. Είναι αναγκαία μια ρητή δέσμευση από τον πρωθυπουργό, ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν η Σούδα και οι άλλες στρατιωτικές βάσεις για πολεμικές επιχειρήσεις, όπως και η επανεξέταση της αποστολής Πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία με Έλληνες στρατιωτικούς.
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, επιβάλλεται απόλυτη διαφάνεια στην εξωτερική πολιτική. Για αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επιμένει στο αίτημα για άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών υπό τον ΠτΔ, για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής. Η άρνηση του Κ. Μητσοτάκη, αποδεικνύει ότι δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο.
Η ασφάλεια της χώρας, όμως, συνδέεται άρρηκτα με την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και την προώθηση της ειρήνης. Η Ελλάδα οφείλει να είναι σταθερά φωνή υπέρ της διπλωματίας και της αποκλιμάκωσης. Η δημοκρατία, η ειρήνη και η κυριαρχία των λαών δεν είναι α λα καρτ.
Απέναντι στο «δίκιο του ισχυρού», αποτελεί αίτημα των καιρών, η συγκρότηση ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος, που θα αγωνιστεί για την προώθηση της Ειρήνης, της συνεργασίας, και την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου. Οι ευρωπαϊκές προοδευτικές δυνάμεις μπορούν και πρέπει να συγκροτήσουν ένα τέτοιο, διεθνές μέτωπο με τις φωνές εκείνες, από την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, που έχουν ενισχυθεί σημαντικά τον τελευταίο καιρό, και αντιτάσσονται στον πόλεμο και την απαξίωση της διεθνούς έννομης τάξης. Όπως είπε και ο Ισπανός πρωθυπουργός, «δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε μια παρανομία με μια άλλη, γιατί έτσι αρχίζουν οι μεγάλες καταστροφές της ανθρωπότητας».
