Ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας και Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Μετά από πολύμηνες καθυστερήσεις και παλινωδίες, η κυβέρνηση ανακοίνωσε επιτέλους τα μέτρα για το ενεργειακό κόστος τη βιομηχανία, αποκαλύπτοντας στην πράξη πόσο περιορισμένη είναι η βούλησή της να στηρίξει το πιο παραγωγικό τμήμα της ελληνικής οικονομίας.
Πριν από ένα και πλέον χρόνο, το σύνολο των παραγωγικών και βιομηχανικών φορέων της χώρας έχει αναδείξει το κρίσιμο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας, που πλήττεται από το ιδιαίτερα υψηλό ενεργειακό κόστος. Πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα, το οποίο όμως στην Ελλάδα εμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σταθερά πάνω από τα 120 €/MWh. Η επίκληση μόνο της αγοράς επόμενης ημέρας είναι παραπλανητική, καθώς αποσιωπά τις σημαντικές επιβαρύνσεις από την αγορά εξισορρόπησης, που επιβαρύνουν καθοριστικά το τελικό κόστος για τη βιομηχανία.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δώσει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να στηρίξουν ουσιαστικά τη βιομηχανία μέσω του πλαισίου CISAF, το οποίο αξιοποιήθηκε από άλλες χώρες για τη σημαντική μείωση του ενεργειακού κόστους. Η ελληνική κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει έγκαιρα τα διαθέσιμα εργαλεία, επέλεξε να καθυστερήσει και τελικά να καταθέσει ένα πακέτο περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
Η μείωση των ΥΚΩ που ανακοινώνεται παρουσιάζεται ως παρέμβαση, ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να έχει ήδη υλοποιηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, καθώς το κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά έχει μειωθεί σημαντικά μετά τις διασυνδέσεις της Κρήτης και των Κυκλάδων. Πρόκειται, επομένως, περισσότερο για καθυστερημένη προσαρμογή παρά για ουσιαστική στήριξη.
Αντίστοιχα, η εξαγγελία για επενδύσεις ύψους 200 εκατ. ευρώ για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, αν και κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι προφανώς ανεπαρκής σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας, που ξεπερνούν το 1,8 δισ. ευρώ έως το 2030 μόνο για τον τομέα της ζήτησης. Η παρέμβαση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το άμεσο πρόβλημα, αλλά μεταθέτει την όποια επίδραση στο μέλλον.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η έμφαση που δίνεται στην αντιστάθμιση του κόστους CO₂. Το μέτρο αυτό αφορά περιορισμένο αριθμό περίπου 50–60 μεγάλων επιχειρήσεων, αφήνοντας εκτός περίπου 2.000 ενεργοβόρες βιομηχανίες, κυρίως μικρομεσαίες. Επιπλέον, δεν μπορεί να θωρακίσει τη βιομηχανία απέναντι στη νέα ενεργειακή κρίση, καθώς δεν συνδέεται με τις πραγματικές τιμές της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά με την τιμή των δικαιωμάτων CO₂, η οποία ακολουθεί διαφορετική πορεία. Ακόμη και η τελική του εφαρμογή παραμένει αβέβαιη, καθώς εξαρτάται από επόμενες διοικητικές και ευρωπαϊκές εγκρίσεις.
Συνολικά, η κυβέρνηση περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας και χωρίς να αξιοποιεί πλήρως τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία. Η πολιτική αυτή αφήνει εκτεθειμένη την ελληνική βιομηχανία σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους και εντείνει τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης.
Η μεταποίηση αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της οικονομίας, με υψηλή προστιθέμενη αξία, ποιοτικές θέσεις εργασίας και σημαντική συμβολή στις εξαγωγές. Χρειάζεται ουσιαστική στήριξη, με μια ολοκληρωμένη ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική που θα μειώνει το κόστος ενέργειας και θα διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενεργοβόρων μικρομεσαίων.
Η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση που θα στηρίζει πραγματικά την παραγωγή και την οικονομία, και αυτή την κατεύθυνση εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία.
