Κέρδη ρεκόρ για τα διυλιστήρια, ακρίβεια χωρίς τέλος για την κοινωνία
Ανακοινώθηκαν χθες τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου της Motor Oil Ελλάς, ακολουθώντας εκείνα της HelleniQ Ενέργεια (πρώην ΕΛΠΕ), τα οποία είχαν δημοσιοποιηθεί πριν από δύο εβδομάδες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία δοκιμάζεται από την ενεργειακή ακρίβεια που οδηγεί ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στη φτώχεια, ενώ οι επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά στο διεθνές περιβάλλον, οι εταιρείες διύλισης καταγράφουν κέρδη ρεκόρ που προκαλούν αίσθηση.
Οι δύο εταιρείες κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2026 κέρδη προ φόρων ύψους 800 εκατομμυρίων ευρώ, αυξημένα κατά 613%, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 616 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 642%.
Ανεξάρτητα από την επίδραση που μπορεί να έχουν οι ανατιμήσεις των αποθεμάτων, τα κέρδη αυτά εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται ως «ουρανοκατέβατα», σύμφωνα με τον ορισμό που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2022, καθώς προκύπτουν από τις ιδιαίτερες συνθήκες της αγοράς. Με άλλα λόγια, προέρχονται από τα περιθώρια κέρδους ρεκόρ που εκτινάχθηκαν εξαιτίας του πολέμου των ΗΠΑ στο Ιράν.
Να σημειωθεί ότι τα κέρδη των 800 εκατομμυρίων ευρώ είναι ήδη υψηλότερα από τα αντίστοιχα του 2022, τα οποία είχαν οδηγήσει ακόμη και την Ευρωπαϊκή Ένωση και, συρόμενη, την κυβέρνηση της ΝΔ στην επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, έστω και περιορισμένης.
Σήμερα, οι συνθήκες είναι ίδιες, αν όχι δυσμενέστερες. Με βάση τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα «ουρανοκατέβατα κέρδη» για το πρώτο τρίμηνο ανέρχονται σε 542 εκατομμύρια ευρώ.
Ήταν αναμενόμενο. Η κυβέρνηση της ΝΔ κώφευσε απέναντι στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ για επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους και στα διυλιστήρια, επιλέγοντας να περιορίσει το μέτρο μόνο στην εμπορία καυσίμων. Μια επιλογή που αποδείχθηκε «δώρο άδωρον», καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να πλήττει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται μόνο στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στην τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης, αλλά, σε όρους αγοραστικής δύναμης, είναι πλέον η ακριβότερη χώρα για τους πολίτες της.
Από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, η τιμή της βενζίνης στη χώρα μας έχει αυξηθεί κατά 23%, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στοιχεία ENER EU, 25.5.2026).
Το γεγονός αυτό γίνεται ακόμη πιο προκλητικό αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή διυλιστηριακή παραγωγή και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα στα καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος αύξησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 16%, στη Γερμανία 11%, στην Ισπανία 7%, στην Πολωνία 10% και στη Ρουμανία 15%. Οι χώρες αυτές επέλεξαν να λάβουν ουσιαστικά μέτρα μείωσης φόρων και γενναίας στήριξης των κοινωνιών τους και όχι επικοινωνιακές λύσεις τύπου Fuel Pass που εφευρίσκει η ΝΔ.
Είμαστε πλέον στο και πέντε. Ακόμη και τώρα, όμως, η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε γενναία μέτρα στήριξης της κοινωνίας και της παραγωγικής οικονομίας, με μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα και χρηματοδότηση των παρεμβάσεων μέσω ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα ουρανοκατέβατα κέρδη της διύλισης.
Παράλληλα, απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος των περιθωρίων κέρδους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας με την επιβολή πλαφόν κερδών και στην διύλιση, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η αισχροκέρδεια και να προστατευθούν καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Ήδη μια σειρά χωρών, όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Αυστρία, προτείνουν και συζητούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο την επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης στα υπερκέρδη της ενέργειας.
Η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, σε ευθυγράμμιση με τη μη εκλεγμένη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ή θα αναγκαστεί, έστω και καθυστερημένα, να ακολουθήσει τις εξελίξεις;
Την ώρα που η κοινωνία πιέζεται ασφυκτικά και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο συρρίκνωσης ή ακόμη και λουκέτου, η αδράνεια δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική επιλογή.
Η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη ύψους 542 εκατομμυρίων ευρώ, με συντελεστή 90% όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, μπορεί να αποδώσει περίπου 490 εκατομμύρια ευρώ υπέρ της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ουσιαστική ανακούφιση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και συνολικά της οικονομίας.
Έχει η κυβέρνηση τη βούληση να προχωρήσει σε μια τέτοια επιλογή ή θα συνεχίσει να λειτουργεί προς όφελος των μεγάλων ενεργειακών ομίλων και των καρτέλ;
Η μέχρι σήμερα στάση της κυβέρνησης καθιστά το ερώτημα, δυστυχώς, ρητορικό.
