Tα σοβαρά αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής στους κρίσιμους τομείς του νερού και της ενέργειας, ανέδειξε ο βουλευτής Δράμας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Θεόφιλος Ξανθόπουλος, κατά τη συζήτηση στη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, για τον διορισμό του Προέδρου και Αντιπροέδρου (Κλάδου Υδάτων) της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (Ρ.Α.Α.Ε.Υ.).
Στην τεκμηριωμένη παρέμβασή του υπογράμμισε ότι ενώ η χώρα βιώνει συνθήκες συστηματικής λειψυδρίας και υδατικού stress, η κυβέρνηση επιμένει να το αντιμετωπίζει δίχως εθνικό σχέδιο διαχείρισης επιλέγοντας αποσπασματικές λύσεις “έκτακτης ανάγκης” οι οποίες επιτείνουν τις κοινωνικές ανισότητες, υπονομεύουν την αγροτική παραγωγή, επιβαρύνουν οικονομικά τα νοικοκυριά και εντείνουν την περιβαλλοντική κρίση στα υδατικά συστήματα τη χώρας.
“Σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι αντιμέτωπη με μια κυβέρνηση που πίσω από τον μανδύα της “μεταρρύθμισης” προωθεί την αποδυνάμωση της δημόσιας διαχείρισης του νερού. Ήταν πρόθεση του κ. Μητσοτάκη από το 2018”, σημείωσε και τόνισε ιδιαίτερα, την αποτυχία στη διαχείριση των υδατικών αποθεμάτων της Αττικής, την επικίνδυνη αδράνεια μετά τον DANIEL στη Θεσσαλία, την απουσία έργων εξοικονόμησης και τη συστηματική αποδυνάμωση της δημόσιας διαχείρισης του νερού μέσω της μεταφοράς κρίσιμων αρμοδιοτήτων στη Ρυθμιστική Αρχή, ανοίγοντας τον δρόμο για ιδιωτικοποιήσεις.
Ειδικότερα για την Αθήνα ανέφερε ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και τεράστιες ποσότητες νερού. “Αντί να προχωρήσουν σε έργα εξοικονόμησης, ανακύκλωσης, επέλεξαν την απραξία για να επικαλούνται σήμερα έκτακτη ανάγκη. Άφησαν την κατάσταση να φτάσει σε επίπεδα συναγερμού για να κάνουν μοιρασιά σε εργολάβους και να υποχρεώσουν παρόχους σε συγχωνεύσεις. Ενώ η Αττική αντιμετωπίζει κίνδυνο επάρκειας νερού, επιβάλλονται οριζόντια εισπρακτικά μέτρα και χαρίζονται κραυγαλέα δωράκια σε συγκεκριμένο ιδιωτικό όμιλο”, υπογράμμισε.
Παράλληλα έθεσε καίρια ερωτήματα για τη λειτουργία των δύο διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας, ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ, επισημαίνοντας τη μεγάλη αύξηση των χρεώσεων των καταναλωτών που συνοδεύεται από χειροτέρευση των υπηρεσιών, το διογκούμενο διοικητικό κόστος με τις αδικαιολόγητα υψηλές αμοιβές των στελεχών, καθώς και για το ζήτημα των ρευματοκλοπών που επιβαρύνουν αδίκως τους συνεπείς καταναλωτές. Ειδικότερα για τον ΑΔΜΗΕ, αναφέρθηκε στην αιφνίδια ανάγκη αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, τη βιωσιμότητα του εγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος και το ενδεχόμενο κεφαλαιακής ενίσχυσης χωρίς δικαιώματα προτίμησης, ακόμη και εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να δοθούν εξηγήσεις στη Βουλή από τη ΡΑΑΕΥ για τους λόγους έγκρισης ενός μη βιώσιμου οικονομικά επενδυτικού προγράμματος.
Ανέδειξε επίσης τις στρεβλώσεις της “οριακής τιμολόγησης” στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, το έλλειμμα των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας και τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας. Ωστόσο, παρά το εύρος και τη σοβαρότητα των θεμάτων που τέθηκαν, ουδεμία ουσιαστική απάντηση δόθηκε ούτε από τον αρμόδιο Υφ. Ν. Τσάφο, ούτε από τους προτεινόμενους για τον διορισμό στις θέσεις Προέδρου και Αντιπροέδρου Υδάτων της Ρυθμιστικής Αρχής. Η συστηματική σιωπή τους επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση αποφεύγει τον δημόσιο έλεγχο και αδυνατεί να τεκμηριώσει τις επιλογές της σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών και την προστασία του περιβάλλοντος.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το νερό και η ενέργεια είναι δημόσια αγαθά και όχι πεδία κερδοσκοπίας. Δείξαμε στην πράξη ότι υπήρχε και άλλος τρόπος, εκτός από το ξεπούλημα δημόσιων αγαθών. Η ανάγκη για διαφάνεια, δημοκρατικό σχεδιασμό και ισχυρή δημόσια εποπτεία είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ.
