Τοποθέτηση του Νίκου Παππά, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών, στην Επιτροπή του Απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους, στην παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή

Σοβαρές ενστάσεις για την οικονομική στρατηγική της κυβέρνησης της Ν.Δ. και τα αποτελέσματά της έθεσε ο Νίκος Παππάς κατά την τοποθέτησή του στην Επιτροπή του Απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους, με αφορμή την ενημέρωση από τον Συντονιστή του Γραφείου του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επί της Τριμηνιαίας Έκθεσης Δεκεμβρίου 2025.

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ανέδειξε ως κεντρικό πρόβλημα το ύψος των υπερπλεονασμάτων, επισημαίνοντας: «Είναι δυνατόν να μην επικεντρώσουμε στα μακροοικονομικά αποτελέσματα που έχει το πλεόνασμα των 13,5 δισ.; Δεν έχει επίπτωση στην ανάπτυξη και την παραγωγικότητα;». Υπογράμμισε ότι η κυβερνητική επιλογή πρόωρης αποπληρωμής ρυθμισμένων δανείων με επιτόκιο 1,5%, ενώ το Δημόσιο δανείζεται από τις αγορές με 3,3%, είναι οικονομικά επιζήμια: «Αλίμονό μας αν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η δουλειά μας είναι να βγάζουμε λεφτά από την ελληνική οικονομία για να αποπληρώνουμε δάνεια με 1,5%».

Στη συνέχεια προειδοποίησε ότι το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προαναγγέλλει στασιμότητα, καθώς προβλέπει μηδενικές καθαρές επενδύσεις για το 2028 και το 2029. Ενώ ανέδειξε και τη χαμηλή κατάταξη της χώρας, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα είναι 14η σε ρυθμό ανάπτυξης και 17η στις εξαγωγές». Στάθηκε, επίσης, στην εκρηκτική αύξηση των οφειλών προς ΑΑΔΕ και ΚΕΑΟ, που συνιστούν «δομικό πρόβλημα της οικονομίας»: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν μέσα σε έναν μόλις χρόνο κατά 6 δισ. ευρώ, ενώ από το 2019 και μετά η αύξηση ξεπερνά τα 22 δισ. ευρώ, συνοδευόμενη από εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον κατασχέσεις.

Ο Ν. Παππάς κάλεσε το Γραφείο Προϋπολογισμού να συμβάλει με επιστημονικά τεκμηριωμένα εναλλακτικά σενάρια πολιτικής. Ενώ, απευθυνόμενος στον πρόεδρο της Επιτροπής, ζήτησε να υπάρξει αίτημα και από μέρους των μελών της Επιτροπής ώστε να προχωρήσει μια «πάρα πολύ σημαντική ενίσχυση του Γραφείου και με τεχνικά μέσα και με ανθρώπινους πόρους».